Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Ἡμέρα Ἐθνεγερσίας




«Οἱ λύκοι» 
Κωστὴς Παλαμᾶς

Βοσκοί, στὴ μάντρα τῆς Πολιτείας οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! 
Στὰ ὅπλα, Ἀκρῖτες! Μακριὰ καὶ οἱ φαῦλοι καὶ οἱ περιττοί, 
καλαμαρᾶδες καὶ δημοκόποι καὶ μπολσεβίκοι, 
γιὰ λόγους ἄδειους ἢ γιὰ τοῦ ὀλέθρου τὰ ἔργα βαλτοί. 

(Ἀπ᾿ τῆς μαυρίλας τῆς ἀραχνίλας τὴν ἀποθήκη 
 σὲ σκονισμένα γυαλιὰ κλεισμένο, παλιὸ κρασί, 
 τῶν ἑκατό σου χρονῶν ἀνοίγω τὸ ἀρχοντιλίκι 
 στοῦ ἡλιοῦ τὸ φέγγος, τί σὲ προσμένουν οἱ δυνατοὶ 

ξανὰ σὰν πάντα καὶ γιὰ τὴ μάχη καὶ γιὰ τὴ νίκη 
νὰ τοὺς φτερώσεις τὸ πάτημά τους ὅπου πατεῖ. 
Σ᾿ ἐμὲ -κελλάρης λυράρης εἶμαι,- σ᾿ ἐμένα ἀνήκει 
νὰ τὸ κεράσω στὰ νέα ποτήρια τὸ ἀρχαῖο πιοτί). 

Βοσκοὶ καὶ σκύλοι, λῶβα καὶ ψώρα. Τ᾿ ἀρνιά; Μουζίκοι. 
Ὁ λαός; Ὄνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ᾿ ἡ ὀργή, 
Δίκη ἀπὸ πάνω θεία τῶν ἀστόχαστων καταδίκη 
καὶ λογαριάζει καὶ ξεπλερώνει ὅσο ἂν ἀργεῖ. 

Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, ἀρματολίκι, 
τὰ ξεγραμμένα καὶ τὰ τριμμένα ψέματα, ἀχνοί, 
Ἰδέα βυζάχτρα τῶν τετρακόσιων χρόνων, ἡ φρίκη 
τώρα, τὸ μάθημα τῶν Ἑλλήνων ὡς χτές, ἐσὺ 

τοῦ ραγιᾶ μάνα βιβλικό, πλάσμα ὀρφικό, Εὐρυδίκη, 
τοῦ πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή, 
μᾶς τὸν καθρέφτιζες μέσ᾿ στῆς Πόλης τὸ βασιλίκι 
τὸν ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητὴ 

τοῦ Ἰσλάμ. Ἡ Θρᾴκη προικιό του, ὢ δόξα! Καὶ ἀπανωπροίκι 
μιὰ Ἑλλάδα πάλε στὴν τουρκεμένην Ἀνατολή, 
τῆς Ἰωνίας γλυκοξημέρωμα.... Οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! 
κ᾿ οἱ βοσκοὶ ἀνάξιοι, λύκοι καὶ οἱ σκύλοι κ᾿ οἱ ἀντρεῖοι δειλοί. 

Στῆς Πολιτείας τὴ μάντρα οἱ λύκοι! Παντοῦ εἶναι λύκοι! 
Ξανὰ στὰ Τάρταρα ἴσκιος, τοῦ ψάλτη λατρεία κ᾿ ἐσύ. 
Ψόφια ὅλη ἡ στάνη. Φέρτε νὰ πιοῦμε, κούφιο νταηλίκι,
γιὰ τὸ ἀποκάρωμα ποὺ μᾶς πρέπει, κι ὅποιο κρασί. 


Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ο H. S. Chamberlain για τον R. Wagner


Πόσο μάταιες και ανιαρές μας φαίνονται όλες οι συστηματοποιημένες κριτικές και συγκριτικές μελέτες μόλις βρεθούμε εμπρός σ ‘ ένα ζωντανό αριστούργημα! Κατά πόσο ένα έργο τέχνης μπορεί να εκτιμηθεί οριστικά και να αποτελέσει ένα τελειωτικό υπόδειγμα του είδους; Μήπως ο Σαίξπηρ σημειώνει καμμιά πρόοδο από την εποχή του Σοφοκλέους στην Τραγωδία; Και ο Βάγκνερ από την εποχή του Σαίξπηρ; Ποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι παρόμοιες ερωτήσεις δεν έχουν ούτε αξία, ούτε σημασία πλέον. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες , οι αληθινές μεγαλοφυΐες δίνουν ο ένας στον άλλον το χέρι, επάνω από τους αιώνες, και αποτελούν μία και μόνο οικογένεια. Διότι η ουσία αυτή της μεγαλοφυΐας, συνίσταται εις την πλήρη και ισοδύναμη ισοτιμία μίας ευαισθησίας απολύτως εξαιρετικής , και της παντοδυνάμου κυριαρχίας όλων των μέσων της εξωτερικεύσεώς της. Από το διπλούν αυτό χάρισμα γεννώνται τα έργα που ονομάζουμε «τέλεια». Και είναι τέλεια, όχι επειδή πλησιάζουν το θεωρητικώς  «απόλυτα ωραίο» , αλλά γιατί σ ‘ αυτά υπάρχει μία τέλεια αρμονία μεταξύ του σκοπού και του έργου, μεταξύ της συγκινήσεως και της εκφράσεως.
Ο Σοπενχάουερ έδωσε τον καλλίτερο ορισμό της μεγαλοφυούς τέχνης: «Παντού, σε όλα, φθάνει τον σκοπό που επιδιώκει». Ενώ ο Καρλάϋλ μας αναγκάζει ν’ αναγνωρίσουμε στην μεγαλοφυΐα, ένα εντελώς διαφορετικό υπόδειγμα της ανθρωπότητος , ο Βάγκνερ μας υποβάλλει μιαν άλλη, πλέον παρηγορητική ιδέα περί μεγαλοφυΐας.  Θεωρεί τον μεγάλο δημιουργικό καλλιτέχνη ως τον αντιπρόσωπο της ενεργού δημιουργικότητος η οποία ενυπάρχει σε όλο το ανθρώπινο γένος. Η δημιουργικότητα αυτή θα εξεδηλούτο στην παγκόσμια της εξέλιξη με μίαν αφάνταστη δύναμη και σφραγίδα , αν η ανθρώπινη κοινωνία ήταν επί άλλων βάσεων συγκροτημένη. Γι ΄ αυτό τώρα , με το παρόν καθεστώς , δεν είναι δυνατόν να παραγάγει παρά μόνο ατομικές απομονωμένες εκδηλώσεις. Και αυτές αποτελούν τα εξαιρετικά και ασύγκριτα έργα τέχνης, τα οποία μόνον ως μεγάλα φυσικά φαινόμενα πρέπει να καταλογισθούν.
Η κριτική χάνει κάθε δικαίωμά της επάνω σ’ αυτά τα έργα. Της λείπουν όλα τα κριτήρια στοιχεία διά μία συγκριτική κρίση , και δεν έχει επομένως το δικαίωμα να παρακινδυνεύσει ούτε τον έπαινο ούτε τον ψόγο. «Μόνον με την μεγαλοφυΐα μας δίνει η Φύση τους κανόνες της Τέχνης» μας λέγει ο Κάντ. Μόνον εις τα έργα της μεγαλοφυΐας επομένως, θα διδαχθούμε τους νόμους επάνω στους οποίους στηρίζεται η δημιουργία τους. Και το αξίωμα αυτό περισσότερο από κάθε άλλο μεγαλοφυή δημιουργό, ισχύει για τον Ριχάρδο Βάγκνερ.
Δεν είναι δυνατόν ν΄ ατενίσουμε τα έργα του παρά ως αποκαλύψεις. Κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να εμβαθύνει στο μυστήριό τους. Περισσότερο αυτά , από οποιαδήποτε άλλα έργα , διατρέχουν τον κίνδυνο να θυσιασθούν σε μία πολύ επιμελημένη ανάλυση και μελέτη. Ο μύθος , ο θρύλος, η ιστορία, η πολιτική, η κοινωνιολογία, η φιλοσοφία, η θρησκεία, όλα αυτά είναι στοιχεία που επικαλούνται για βοήθειά τους , εκείνοι που έχουν την αξίωση ν΄ αναλύσουν κατά βάθος τα έργα του Βάγκνερ. Και όμως για την πλήρη κατανόηση αυτών των έργων , δεν χρειάζεται παρά ένα ανοιχτό πνεύμα , και μία καρδιά αξία να αισθανθεί. Συνήθως, στην επεξηγηματική αυτή μανία των κριτικών , ως ολοκαύτωμα προσφέρεται η μουσική των Βαγκνερικών έργων. Εάν η μουσική ορισθεί από μερικούς ως μια «αναφτερωμένη μαθηματική επιστήμη» - όπως και η αρχιτεκτονική ορισθεί ως «αποκρυσταλλωμένη μουσική» είναι βέβαιο ότι η φόρμα της είναι μία φόρμα αριθμητική. Πέραν των εντυπώσεων που προκαλεί , υπάρχουν ασφαλώς καθορισμένες κινήσεις. Εάν λοιπόν , χάρις στους αγώνες του Λιστ  και των άλλων ειλικρινών οπαδών του Βάγκνερ , απεδείχθη τρανώς σήμερον ότι η μουσική του Βάγκνερ, όχι μόνον δεν είναι άμορφη και ανομοιογενής , όπως οι εχθροί του διατείνονται , αλλά είναι απεναντίας η τελευταία λέξη της τεχνικής τελειότητος . Η αλήθεια αυτή έγινε τόσο καταφανής  ώστε οι πολέμιοι της μεγαλοφυΐας , απότομα μεταστρεφόμενοι άρχισαν να διατείνονται ότι ο Βάγκνερ είναι ένα απολύτως μαθηματικό πνεύμα, εργαζόμενο με τους τόνους , χωρίς καμία αυθόρμητη εκδήλωση της καρδιάς. Έπειτα έγινε τόση κατάχρηση της «μανίας του μοτίβου» της κατ’ εξοχήν Βαγκνερικής  αυτής αρρώστιας, ώστε η βαθυτάτης σημασίας καλλιτεχνική αυτή εφεύρεση , να χάσει την αρχική έννοια και να δώσει αφορμή εις μύριες παρανοήσεις. Εντούτοις , τα θέματα του Βάγκνερ δεν έχουν τόση καταπειστική δύναμη , παρά μόνον διότι είναι αυτές οι ζωντανές εικόνες της ποιητικής συλλήψεως του έργου , που φθάνει στο κατακόρυφο της εντατικότητός του , και τις φανερώνει τόσο καταπληκτικά στα μάτια. Τα μουσικά αυτά θέματα αξίζουν λοιπόν στον υπέρτατο βαθμό την προσοχή μας. Στο θαύμα των μουσικών αυτών στοιχείων , όλη η ενότητα του έργου της τέχνης φανερώνεται και παίρνει μορφή εξωτερικώς όπως και εσωτερικώς. Εντούτοις πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε , ότι τα θέματα αυτά δεν είναι κάτι το πρωτεύον και το υπερισχύον στο μουσικό οικοδόμημα , αλλά μάλλον το επικορύφωμα της καθ’ αυτής μουσικής δημιουργίας. Αν αποσπάσουμε τα στοιχεία αυτά από το μουσικό τους πλαίσιο , το φυσικό τους περιβάλλον, δεν θα μείνουν πλέον παρά ξερές συνταγές μόνον. Μία φράση , όπως εκείνη που ονομάζουν όλοι το «θέμα του Τριστάνου» είναι αυτή καθ΄αυτή τόσο ασήμαντη όσο το «σολ , σολ, σολ, μι» της Συμφωνίας εις ντο ελάσσον του Μπετόβεν , διότι το θέμα παίρνει την αληθινή του σημασία μόνον από το συμφωνικό δράμα. Το μουσικό θέμα είναι η φυσική άνθηση των κυριοτέρων σημείων της δράσεως , εφόσον μένει με αυτήν στενότατα συνδεδεμένο. Χωρίς την δράση μαραίνεται και μένει ένας ξηρός σκελετός μόνον. Ας αποφύγουμε λοιπόν με κάθε τρόπο την τεχνολογία, την γραμματική και συντακτική ανάλυση της Βαγκνερικής μουσικής! Και ας έχουμε διαρκώς στο νου μας ότι ο Βάγκνερ δεν έγραφε ποτέ την μουσική του επάνω σε λόγια , αλλά ότι όλο το συμφωνικό σχέδιο ενός εκάστου των μουσικοδραμάτων του, είναι η καθ ‘ αυτό ποιητική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία το δράμα αυτό συνελήφθη , γεννήθηκε , μεγάλωσε, ωρίμασε και μέσα από την οποία βγήκε τέλος ολοκληρωτικά συμπληρωμένο. Χωρίς την ατμόσφαιρα αυτή, το δράμα ήταν απολύτως αδύνατο να ζήσει.

Γι΄ αυτό ακριβώς , μέσα στα έργα του Βάγκνερ βρίσκουμε την τέλεια και ενδόμυχη κατανόηση της ψυχικής του ατομικότητας. Η εικόνα που διαγράφεται σ’ αυτά ζωηρότερη και εναργέστερη , παρά σε οποιανδήποτε λεπτομερή βιογραφία της ζωής του. Και αν συνέβαινε καμία καταστροφή και χάναμε κάθε ίχνος πληροφορίας για την ζωή του , και μας έμεναν μόνο τα έργα του, τότε θα γνωρίζαμε απ’ αυτά ακόμη καλύτερα και ασφαλέστερα τον μεγάλο αυτόν άνθρωπο.  Η προσωπικότητά του τότε θα φανερωνόταν ακόμη πλέον ανάγλυφη στην συνείδησή μας. Όλη η συσσώρευση των «ιστορικών δεδομένων» που σκεπάζει σήμερα την μεγάλη φυσιογνωμία του , μου κάμνει την εντύπωση της άμμου της ερήμου γύρω από την Σφίγγα της Αιγύπτου. Τόσο προφανής είναι η αλήθεια  ότι μόνον μέσα στις δημιουργίες της φαντασίας εκδηλώνεται η καρδιά του καλλιτέχνη στο ολοκληρωτικό φανέρωμά της.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Δημοτικά Τραγούδια του Μακεδονικού Αγώνα


Παύλος Μελάς

ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ
Σαν τέτοια ώρα στο βουνό ο Παύλος πληγωμένος
μες στο νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος. 
- Για σύρε, Δήμε μου πιστέ, στην ποθητή πηγή μου
και φέρε μου κρύο νερό, να πλύνω την πληγή μου. 
Δεν κλαίω την λαβωματιά, δεν κλαίω και το βόλι,
μον' κλαίω που με άφησε η συντροφιά μου όλη.
Σταλαγματιά το αίμα μου για σε, Πατρίς μου, δίνω,
για να 'χεις δόξα και τιμή, να λάμπεις σαν τον ήλιο. 




Καπετάν Βάρδας

ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΚΑΜΑΡΩΤΗ
Λεβαντιά καμαρωτή μέσα σε βουνά και δάση
με ντουφέκια, με σπαθί την Πατρίδα να δοξάσει. 
Φεύγουν οι εχθροί μας, παν', κάθε Βούργαρος και Τούρκος. 
Φεύγουν, φεύγουν, δε βαστούν. Ποιος μπορεί να βγει μπροστά σου;
Γεια σου Βάρδα αετέ, όμορφό μου παλικάρι.
Γεια σου Βάρδα ξακουστέ! Ποιος την έχει τέτοια χάρη;
Τα πουλιά γλυκολαλούν πάνω στα βουνά, στα δάση: 
Κάθε κρότος ντουφεκιού την Πατρίδα να δοξάσει...




Καπετάν Ζάκας
 ΤΟΥ ΖΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑ
Ο Ζάκας ο περήφανος κι ο Γέρμας το ξεφτέρι
μ' όλο λεβέντες διαλεχτούς, μ' εξήντα παλικάρια,
στη Λόσνιτσα περάσανε να κάμουν το λημέρι,
'κει π' αγκαλιάζονται οι οξυές με τα χλωρά χορτάρια
και τρέχουν γάργαρα νερά, τα δέντρα που ισκιώνουν.
Ψιλό τραγούδι άρχισαν να ψιλοτραγουδούνε...
Πρώτος ο Ζάκας τ' άρχισε κι ο Γέρμας τ' αποσώνει. 
Μαύρο κοράκι πέταξε και το τραγούδι παύει. 
Τουρκιά χιλιάδες πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα. 
Με μια ορμή ριχτήκανε στην τούρκικη τη φλόγα
και κόβουν Τούρκους άπειρους σαν θεριστές τα στάχυα...


Καπετάν Νικοτσάρας
ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ
Για έβγα, ήλιε μου χρυσέ, να πάρεις την αντάρα,
που έχει το Μακρύοβο - βαριά σκοτεινιασμένο,
να ιδείς λεβέντες κι άρματα, να ιδείς το Νικοτσάρα
πώς της Τουρκιά τα τάγματα τον έχουνε ζωσμένο. 
Μ' οχτώ λεβέντες μοναχά χιλιάδες πολεμάει!
Τα βόλια δεν τον σκιάζουνε. Το χάρο δεν γροικάει.
Έξι ώρες κάνει πόλεμο! Έξι ώρες τους βαστάει!
Και ξεγυμνώνει το σπαθί, την έξοδο προστάζει.
Με τ' αντρειωμένο χέρι του ανοίγει δόξας δρόμο
κι ακολουθούν ατρόμητοι οι λίγοι σύντροφοί του. 
Αλλού μοιράζει θάνατο κι αλλού σκορπίζει τρόμο
και πέφτει αθάνατος νεκρός κι ακόμα τρεις μαζί του.

Όσα πουλιά κι αν τ' άκουσαν όλα μοιρολογούνε
μαζί με τις Στρωμνίτισσες τον άξιο Νικοτσάρα.


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΟΒΙΣΤΑΣ
- Ποιοι είν' αυτοί, που δεν ψηφούν καθόλου τη ζωή τους
και με τους Τούρκους πολεμούν με όλη την ορμή τους; 
Μαύροι καπνοί σηκώνονται ψηλά εδώ στη ράχη...
- Άραγε ποιοι σκοτώνονται στην τρομερή τη μάχη;
Να, η Δοβίστα έγινε σαν άλλο Νέο Σούλι
με τη θυσία των παιδιών του καπετάν Μακούλη.
Δεν είν' ο πόλεμος, παιδιά, συνηθισμένη μάχη. 
Κόλαση μαύρη! Μα καρδιά οι Μακεδονομάχοι!
- Κράτα πρωτοπαλίκαρο! Νικόλα Τσιάπο, κράτα!
Ο Αμπλιάμπεης σκοτώθηκε καταμεσής στη στράτα.
Χτυπούν οι Τούρκοι, μα κι αυτοί κρατούνε λιονταρίσια!
Δε σκοτωθήκανε σκυφτοί, πέσαν παλικαρίσια!
Της Δοβίστας τα παλ'κάρια πολεμούν σαν τα λιοντάρια..

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Richard Wagner & Yukio Mishima



ΟΙ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ «ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ & ΙΖΟΛΔΗ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ»

Θα επιχειρήσω μια σύγκριση μεταξύ του «Τριστάνος & Ιζόλδη» του Βάγκνερ και του «Πατριωτισμός» του Μισίμα. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να εξηγήσω την πλοκή του «Πατριωτισμού» στους παρευρισκόμενους. Ο Μισίμα μετέφερε το βιβλίο του στην μεγάλη οθόνη με το ίδιο όνομα, πρωταγωνίστησε ο ίδιος και χρησιμοποίησε ως μουσική επένδυση της ταινίας την όπερα του Βάγκνερ «Τριστάνος & Ιζόλδη». Αν και τούτη η παρατήρηση κάθε άλλο παρά πρωτότυπη είναι, αυτή η ίδια η επιλογή του Μισίμα προς το συγκεκριμένο έργο του Βάγκνερ δεν δείχνει ότι υπάρχει κάτι κοινό ή όμοιο μεταξύ των δύο έργων;
Αυτά τα δύο σπουδαία έργα, το «Τριστάνος & Ιζόλδη» και ο «Πατριωτισμός», φέρουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά• ας ξεκινήσω με το προφανές και επιφανειακό στοιχείο: οι πρωταγωνιστές είναι όλοι όμορφοι. Στον «Πατριωτισμό», αυτό το στοιχείο τονίζεται ιδιαιτέρως.
Στην αρχή ακόμα της αφηγήσεως, λέγεται: «Περιττό να πω, ότι αυτοί που παρεβρέθηκαν στην γαμήλια τελετή του υπολοχαγού Takeyama και της γυναικός του, ακόμα και αυτοί που κοίταξαν μόνο την φωτογραφία τους, δεν μπορούσαν να μην θαυμάσουν την ομορφιά της νύφης και του γαμπρού». Και καθ’ όλην την αφήγηση του μυθιστορήματος, διαβάζουμε διάφορες λεπτομερείς και εξαίσιες περιγραφές για το πώς και πόσο όμορφοι ήσαν. Η ομορφιά των δύο νεαρών πρωταγωνιστών συνιστά προϋπόθεση και του «Τριστάνος & Ιζόλδη». Η εξήγηση είναι απλή: τόσο ο Μισίμα όσο και ο Βάγκνερ είναι τελειομανείς, και γι’ αυτούς οι πρωταγωνιστές μιας ρομαντικής ιστορίας επιβάλλεται να είναι πανέμορφοι χωρίς κανένα ψεγάδι• αλλιώς η ιστορία δεν έχει νόημα. Είναι τόσο απλό.

Η ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΡΜΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Η επόμενη ομοιότητα βρίσκεται στο ότι και τα δύο έργα αφηγούνται ιστορίες της νύχτας, μιας νύχτας που μοιάζει ατελείωτη, μιας νύχτας την οποία δεν αγγίζει ποτέ η αυγή• και ίσως ούτε κάποιο φωτεινό και όμορφο σεληνόφως. Ακόμα και αν κάνει την εμφάνισή του στον ουρανό το φεγγάρι, το φως του θα είναι αμυδρό και ωχρό, μόλις που θα αχνοφαίνεται στο περιρρέον σκότος, προκαλώντας ακόμα μια πιο υποβλητική ατμόσφαιρα.
Το κεντρικό μέρος του «Πατριωτισμού» εξελίσσεται κατά την διάρκεια μιας νύχτας από την αρχή προς το τέλος της. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα λεπτομερώς κατασκευασμένο σκηνικό, ώστε να αποπνέει την ατμόσφαιρα που περιγράφεται στο βιβλίο: «η νύχτα σε τούτη την συνοικία είναι τόσο ήσυχη, που ούτε κάποιος απομακρυσμένος ήχος κίνησης δεν ακούγεται».
Στο «Τριστάνος & Ιζόλδη» η σκηνή της ευδαιμονίας (2η Πράξη), διαδραματίζεται επίσης την νύχτα. Η Ιζόλδη δυσανασχετεί με το φως της μέρας και το περιγράφει με προσφωνήσεις όπως, «Αλίμονο, άκαρδε υπηρέτη!» και φράσεις όπως «ψεύτικος φωτισμός», ενώ ο Τριστάνος αναφέρει «είμαστε η θυσία στην νύχτα», και «εμείς είμαστε αυτοί που λαμβάνουμε τα βαθειά μυστικά της νύχτας», προτάσεις με τις οποίες δηλώνει ότι οι δυό τους ανήκουν στην νύχτα. Έπειτα, οι δυό τους, σε μια κατάσταση εκστάσεως, αρχίζουν να τραγουδούν δυνατά σε ντουέτο «Αλίμονο, η αιώνια νύχτα, η ευχάριστη νύχτα, η νύχτα του υψηλού και ευγενούς έρωτος».

Αλλά τι ακριβώς σημαίνει αυτό το σύμβολο της νύχτας;

Η νύχτα συμβολίζει τον θάνατο. Για να είμαι πιο ακριβής, συμβολίζει την διαδρομή από τον κόσμο των ζωντανών προς την μεταθανάτια ζωή. Η ημέρα δεν σχετίζεται με τον θάνατο, τουλάχιστον όχι με τον όμορφο κόσμο του θανάτου και την μετά θάνατον ζωή που οι πρωταγωνιστές και των δύο ιστοριών αναζητούν διακαώς. Συνεπώς, το κεντρικό μοτίβο του άσβεστου πόθου του θανάτου και της νύχτας αποτελεί την σημαντικότερη και πιο αξιοσημείωτη ομοιότητα των δύο αφηγήσεων.
Και στις δύο ιστορίες, η ενέργεια που οδηγεί στον θάνατο είναι ένα ρεύμα που ρέει σταθερώς και υπογείως. Εκπέμπει το πρόδηλο μήνυμα πως ο θάνατος είναι ο σκοπός και ότι μόνο στον θάνατο μπορούμε να βρούμε την απόλυτη ομορφιά και την ιδανική αγάπη. Επιπλέον, ο θάνατος απεικονίζεται μ’ έναν εξαιρετικά αισθησιακό τρόπο.
Στο βιβλίο του με τίτλο Self-selected Short Stories, ο Μισίμα έκανε τα εξής σχόλια στο υστερόγραφο: «οι σκηνές του έρωτα και του θανάτου, της τέλειας ενώσεως του ερωτισμού και του ενάρετου σκοπού και η αμοιβαία ενισχυτική αλληλεπίδρασή τους όπως περιγράφεται εδώ, μπορώ να πω ότι αποτέλεσαν την πρώτη και την υπέρτατη ευδαιμονία στην οποία προσέβλεπα σε όλη μου την ζωή». Με άλλα λόγια, ο θάνατος είναι η ύψιστη ευδαιμονία και ο απώτατος σκοπός. Αυτό ταιριάζει απόλυτα και με το «Τριστάνος & Ιζόλδη».
Στον «Τριστάνο», ο «θάνατος» και άλλες λέξεις με την ίδια σημασία εμφανίζονται 45 φορές. Η παρόρμηση του θανάτου σ’ αυτό το έργο είναι ένα από τα πιο έντονα στοιχεία του. Στην σκηνή όπου ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τραγουδούν δυνατά σε ντουέτο εκστασιασμένοι «Λοιπόν πεθαίνουμε, γινόμαστε Ένα για πάντα και ποτέ δεν θα χωρίσουμε, ποτέ δεν θα ξυπνήσουμε, χωρίς φόβο και χωρίς όνομα, τυλιγμένοι στην αγάπη ανήκουμε ο ένας στον άλλον, μόνο για να ζήσουμε αγαπημένοι..» αποδεικνύεται ότι κατά το ήμισυ είχαν ήδη αναχωρήσει για τον άλλο κόσμο.
Το ίδιο συμβαίνει και στον «Πατριωτισμό». Αναμένοντας τον σύζυγό της, που δεν έχει επιστρέψει εδώ και 2 μέρες μετά το Γεγονός στις 26/2 (1), η νιόπαντρη Reiko είχε ήδη ένα προαίσθημα θανάτου και βρίσκεται σε μια ψυχική κατάσταση έκστασης.
Ως εκ τούτου, αφού τελικώς ο σύζυγός της επιστρέφει και ακούει την απόφασή του να πεθάνει, λέει απλώς: «Σε παρακαλώ, άσε με να φύγω μαζί σου». Μετά από αυτό, «μεγάλη χαρά τυλίγει τις καρδιές τους, και χαμόγελα ανατέλλουν στα πρόσωπά τους». Ο σύζυγος αρχίζει να ξυρίζεται στο μπάνιο, πράξη που υπονοεί ότι «αντικρίζοντας τον επικείμενο θάνατο, είναι πλέον γεμάτος από ευχάριστη προσμονή».
Και έπειτα, «συνδέοντας τα φωτεινά, χαρούμενα και υγιή πρόσωπα με τον θάνατο, μπορούμε να πούμε ότι ενυπάρχει σ’ αυτά μια κομψότητα». Καθισμένη μπροστά στον σύζυγό της o οποίος εκτελεί την τελετή αυτοκτονίας (seppuku), η σύζυγος ντύνεται και στολίζεται προσεκτικά, «μια πράξη γι’ αυτόν τον κόσμο, που δεν θα έχει νόημα σε λίγο». Στην πραγματικότητα, κατά το ήμισυ έχει ήδη αναχωρήσει για τον άλλο κόσμο• όπως και η Ιζόλδη.
Το εμφανές κοινό στοιχείο εδώ είναι ο πόθος του θανάτου, μια ισχυρή και έντονη παρόρμηση. Μπορεί να μοιάζει αρχικά με σκοτεινή απερισκεψία, αλλά οι πρωταγωνιστές που κατέχονται από αυτήν είναι γεμάτοι από υπέρτατη ευδαιμονία, από αδάμαστη ευτυχία. Επιπλέον, αποτελεί κάθαρση, η οποία απομακρύνει κάθε φαυλότητα και ασχήμια και οδηγεί στην εξύψωση της απολύτου αγνότητος και αυθεντικότητος.
Ο θάνατος και ο ερωτισμός έχουν ενωθεί αδιαχώριστα σε μια ενότητα, σε μια μοναδική ύπαρξη. Με άλλα λόγια, ο θάνατος σηματοδοτεί το αποκορύφωμα του ερωτισμού και την ολοκλήρωση της ευτυχίας. 

Απόσπασμα από την ομιλία του Emi Mann Kawaguchi 
στο 42ο Yukoki-ki (ετήσια εκδήλωση αφιερωμένη στην μνήμη του Yukio Mishima)


Μετάφραση-Απόδοση: Τίσις

---------------------- 
Σχόλια: 
1. Το Γεγονός στις 26/2: το διάσημα ανεπιτυχές πραξικόπημα που συνέβη στο Τόκυο στις 26 Φεβρουαρίου το 1936, από μια ομάδα πατριωτών κατώτερων αξιωματικών που είχαν δυσανασχετήσει με το διεφθαρμένο πλουτοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα και αποφάσισαν να το ρίξουν για να δημιουργήσουν μια νέα Ιαπωνία κατά το εθνικοσοσιαλιστικό πρότυπο. Ο Μισίμα εξέφρασε την συμπάθειά του προς τους πρωταγωνιστές του γεγονότος και πιθανώς να είχε απογοητευθεί βαθιά από τον Αυτοκράτορα και την άρνησή του να τους ακούσει και την απόφασή του να πατάξει τους αποστάτες στρατιώτες, οι οποίοι ήταν μόνο ενάντιοι των διεφθαρμένων πλουτοκρατών, αλλά σταθερά πιστοί στον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Λέγεται ότι το γεγονός αυτό ενέπνευσε τον Μισίμα να γράψει το "Πατριωτισμός".


Ολόκληρη η ταινία του Μισίμα 

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Falkenstein - Die Große Göttin


Falkenstein
Die Große Göttin
2011
Genre: Neo-folk


1. Steh' Still
2. Die Große Göttin
3. Maiklage
4. Der Waldmeister
5. Sonnenwende
6. Willkommen Und Abschied
7. Des Sängers Fluch
8. Rauhnacht
9. Wilde Jagd
10. Der Knab Vom Berge
11. Ich Sang Der Welt Und Aller Götter Ende
12. Auf Ewig
13. Der Mohn
14. Nebel
15. Weltenbaum