Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ακριτικά Τραγούδια ΙΙ


Ακριτικά τραγούδια και δημοτική ποίηση 

Σκηνή Μάχης - Δ. Σκουρτέλης

Τα ακριτικά τραγούδια δεν είμαι μόνο το στερεό θεμέλιο της ελληνικής γραμματείας αλλά και το πρώτο διαμάντι στο περιδέραιο της δημοτικής μούσας. Για τούτο και δεν μπορεί να νοηθεί δημοτικό τραγούδι χωρίς αυτά. Και αν θελήσεις να τα παρακάμψεις δεν θα μπορέσεις να νοιώσεις όλη την ομορφιά και το μεγαλείο του δημοτικού τραγουδιού γιατί στα ακριτικά υπάρχει ο πυρήνας, το δομικό σχέδιο όλων των κλέφτικων και αρματολικών τραγουδιών. Ύστερα είναι και ο συνδετικός κρίκος της παλιάς επικής ποίησης, της αρχαίας με τη νεώτερη.
Πολύ σωστά επισημαίνει το γεγονός αυτό ο Ηλ. Π. Βουτιερίδης γράφοντας: «…το μεσαιωνικό ελληνικό δημοτικό τραγούδι θυμίζει όλη την πρωτόγονη, την ηρωική ποίηση της αρχαίας Ελλάδας. Έχει γοργορότητα στη διήγηση, σπάνια τόλμη και δύναμη φαντασίας. Ο ενθουσιασμός κι η ηρωική πνοή το στολίζουνε πέρα για πέρα». Και προσθέτει: «Σε κάθε λαό το πρώτο φανέρωμα της ιστορικής τουλάχιστον ζωής του έχει κάτι το ηρωικό. Η αρχή της ιστορικής ζωής των λαών, που μπορεί να ειπωθή και πρωτόγονη εποχή τους, είναι πάντα ηρωική. Για τούτο και το φανέρωμα της ζωής αυτής με τον ποιητικό λόγο έχει πάντα ηρωικό τόνο. Τα άλλα ποιητικά είδη, που δεν είναι ακόμη ποίηση τεχνητή παρά μόνο λαϊκή, δηλαδή διδακτικά, ερωτικά, σατυρικά ποιήματα και τα παρόμοιά τους έρχονται κατόπι» γράφει ο Ηλ. Π. Βουτιερίδης, που στην αρχή της ιστορίας της Νεοελληνικής λογοτεχνίας ξεκινάει από τ’ ακριτικά δημοτικά τραγούδια.
Εδώ όμως θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για καινούριο ξεκίνημα αλλά για μια συνέχιση της ζωής της φυλής που είχε ανασταλεί από τον Ρωμαίο κατακτητή και τον αμόρφωτο καλογερισμό των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού, που με τον φανατισμό του θέλησε να διακόψει το δεσμό προς τους αρχαίους, τον αμαρτωλό κόσμο των ειδωλολατρών, όπως τον απεκάλεσαν. Όταν δημιουργήθηκε η βυζαντινή αυτοκρατορία το ελληνικό στοιχείο ξαναβρίσκει την οντότητά του, και αρχίζει να ξεφεύγει από τις ξένες επιδράσεις και στηρίζει τη νέα του πορεία στην ανανεωμένη παράδοσή του.
Τότε φανερώνονται τα δημοτικά του τραγούδια που δείχνουν ότι ο λαός υμνεί την πάλη, τον αγώνα, το θάρρος, την ανδρεία των ακριτών που τους βλέπει σαν ήρωες που αγωνίζονται να διαφυλάξουν τη φυλή από τις βάρβαρες επιδρομές των Μουσουλμάνων.
«…Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια γεννήθηκαν από την καινούργια ζωή του Ελληνισμού. Μα η καινούργια αυτή ζωή δεν ήτανε καθόλου πρωτόγονη, παρά εξακολούθηση άλλης μακρόχρονης, που είχε γνωρίσει όλες τις περιπέτειες της άνθισης και του ξεπεσμού. Με την καινούργια ζωή ξαναφούντωνε μόνο η ζωτικότητα του Ελληνισμού κι έτσι κι η καινούργια ποίησή του είχε όλα τα φανερώματα, που παρουσιάζονται, όταν ένας λαός προχωρήση αρκετά στο δρόμο της ιστορικής ζωής του», γράφει ο Ηλ. Π. Βουτιερίδης, προσθέτοντας ότι οι Έλληνες τις βυζαντινής εποχής ζήσανε αρκετούς αιώνες ζωή δυνατά εθνική και πολεμική και τα πρώτα του τραγούδια δεν μπορούσαν παρά να έχουν ηρωικό τόνο αφού φτιανόντανε για να αποθανατίσουν και να υμνήσουν πολεμικές δόξες και ηρωικά κατορθώματα.
Έτσι τα ακριτικά τραγούδια ανήκουν στην κατηγορία των ιστορικών τραγουδιών γιατί σχηματίστηκαν σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή, από τον 6ο μέχρι το 12ο αιώνα. «Η υπερηφάνεια και η αφοσίωσις των Ακριτών εις το Βυζάντιον, η προσήλωσις εις την πατρώαν γην, η περιφρόνησις του εχθρού και η ακλόνητος απόφασις όπως μη επιτρέψουν εις ξένους βαρβάρους λαούς να πατήσουν επί της γης των προγόνων, αποτελούν το κύριον θέμα της εμπνεύσεως του πλουσιωτάτου ακριτικού κύκλου ως και του ευρέως διαδεδομένου έπους του αφιερωμένου εις τον Διγενή Ακρίτα.
Τα ακριτικά άσματα και το ακριτικόν έπος περικλείουν τοιουτοτρόπως και υμνούν τα ακατάλυτα ιδανικά της ελληνικής φυλής, ψαλλόμενα δε απ’ άκρου εις άκρον της ελληνικής γης συνετέλεσαν τα μέγιστα εις την ακραιφνή διατήρησιν του εθνικού αισθήματος» παρατηρεί ο Γ. Ζώρας.
«Η λογοτεχνική αξία των δημοτικών τραγουδιών της βυζαντινής εποχής είναι φανερή και δε μπορεί να συζητηθή. Όλα, με περισσότερο οι «παραλογές», φαίνονται σαν δημιουργήματα μεγάλου ποιητή. Ο στίχος τους είναι τέλειος• γεμάτος ρυθμός και δύναμη• η χασμωδία υπάρχει πολύ σπάνια• κι η φράση στρογγυκή, σφιχτοδεμένη. Πουθενά φλυαρία• όλα λέγονται σύντομα, παραστατικά, με εικόνες παρμένες από την πραγματικότητα της φύσης. Είναι γεμάτα πάθος και φαντασία. Το θέμα ξετυλίγεται γοργό και προχωράει ανεμπόδιστα με τόλμη και καθρατότητα, που θυμίζει τα ρκουσταλένια και γάργαρα νερά, όπως ξεπετιούνται από την πλούσια νερομάνα. Η γλώσσας τους είναι ζωγραφική, είχε κάτι το αντρίκιο χωρίς να της λείπη κι η ευγένεια, που υπάρχει στο ξετελιωμένο λογοτεχνικό όργανο, γράφει ο Ηλ. Βουτιερίδης, που οι απόψεις του κρίθηκαν από τους ειδικούς ακριτολόγους ως οι καλύτερες που διατυπώθηκαν από ιστορικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας. […] Με τα ακριτικά τραγούδια ο Ελληνισμός ξαναβρίσκει τον εαυτό του, την ιστορική του παράδοση που είχε ναρκωθεί κάτω από τη ρωμαϊκή κατάκτηση και είχε παραστρατήσει και στομώσει με τον Βυζαντινό καλογερισμό.
Τα ακριτικά τραγούδια έδειξαν στον λαό ότι για να βρει το δρόμο του πρέπει να παλεύει ασταμάτητα, ηρωικά, αντριωμένα για να συντρίψη τους κάθε λογής εχθρούς, τα κάθε λογής εμπόδια που του σταματούσαν ή του πισωδρόμιαζαν την πορεία του.

 Απόσπασμα από το βιβλίο "Ακριτικά, Βασίλη Χ. Μάκη, Εκδόσεις Επικαιρότητα


ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος,
και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης,
αντάμα τρών και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν,
κι’ αντάμα έχουν τους μαύρους των στον πλάτανο δεμένους.
Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ’ Αλέξη τα λιθάρια,
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξεριζώνει.
Κ’ εκεί που τρώγαν κ’ έπιναν και που χαροκοπούσαν,
πουλάκι πήγε κ’ έκατσε δεξιά μεριά στην τάβλα.
Δεν κελαϊδούσε σαν πουλί, δέν έλεε σαν αηδόνι,
μον’ ελαλούσε κ’ έλεγε νανθρωπινή κουβέντα:
- Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,
και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοί κουρσάροι.
Πήραν τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη».

‘Ώστε να στρώση ο Κωνσταντής και να σελλώση ο Αλέξης,
ευρέθη το Βλαχόπουλο στο μαύρο καβαλλάρης.
- Για σύρε, συ Βλαχόπουλο, στη βίγλα να βιγλίσης•
αν ειν’ πενήντα κ’ εκατό, χύσου μακέλεψέ τους,
κι αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησέ μας».

Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση.
Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνούς κι’ Αράπηδες κουρσάρους,
οι κάμποι επρασινίζανε, τα πλάγια κοκκινίζαν•
άρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν.
Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη μπρος φοβάται.
Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει:
- Δύνεσαι, μαύρε μ΄, δύνεσαι στο γαίμα για να πλέξης;
- Δύνεσαι, αφέντη, δύνομαι στο γαίμα για να πλέξω,
κι’ όσους θα κόψη το σπαθί, τόσους θενά πατήσω.
Μόν’ δέσε το κεφάλι σου μ’ ένα χρυσό μαντήλι,
μην τύχη λάκκος και ριχτώ και πέσης απ’ τη ζάλη.
- Σαΐτες μου αλεξαντρινές, καμιά να μη λυγίση,
κ’ εσύ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.
Βοήθα μ’, ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια,
ευχή του πρώτου μ’ αδερφού, ευχή και του στερνού μου.
Μαύρε μου, άιντε να μπουμε, κι όπου ο Θεός τα βγάλη!»

Στο έμπα του μπήκε σαν αϊτός, στα ξέβγα σαν πετρίτης•
στο έμπα του χίλιους έκοψε, στο ξέβγα δυο χιλιάδες,
και στο καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.
Πήρε τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη.
Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω τους τους παίρνει.

Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα:
«Που είσαι, αδερφέ μου Κωνσταντά κι’ Αλέξη αντρειωμένε;
αν είστε εμπρός μου φύγετε κι’ οπίσω μου κρυφτήτε,
τι θόλωσαν τα μάτια, μπροστά μου δε σας βλέπω,
και το σπαθί μου εράγισε, κόβοντας τα κεφάλια,
κι ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια». 

Στο έμπα χίλιους έκοψε - Δ. Σκουρτέλης

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Arcana - Dark Age of Reason


Dark Age of Reason
Arcana
1996
Genre: Neo-classical, Ambient, Medieval


1 Our God Weeps
2 Angel Of Sorrow
3 Source Of Light
4 The Calm Before The Storm
5 Dark Age Of Reason
6 Like Statues In The Garden Of Dreaming
7 The Oath
8 ...For My Love
9 Serenity
10 The Song Of Mourning



Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ


Η μάχη του Βαλτετσίου (24 Απριλίου και 12-13 Μαΐου) υπήρξε μία από τις κρισιμότερες μάχες κατά την Ελληνική επανάσταση. Η νίκη της 12-13 Μαΐου 1821 άνοιξε τον δρόμο για την Άλωση της Τριπολιτσάς, και αποτέλεσε την αναβίωση της Αρχαίας Δωρικής πολεμικότητος. Θεμελίωσε δε, την ελπίδα της νίκης και έδωσε το όραμα της λευτεριάς στους επαναστατημένους Έλληνες.
Μανιάτες, Μεσσήνιοι και Αρκάδες οχυρωμένοι στα ταμπούρια του Βαλτετσίου, αμύνθηκαν με επιτυχία στις επιθέσεις των Τούρκων της Τριπολιτσάς, οι οποίοι ανέρχονταν περίπου σε 10-12.000 άνδρες υπό την ηγεσία του πολέμαρχου Κεχαγιάμπεη Μουσταφά. Πολλά επαναστατικά σώματα Ελλήνων οπλαρχηγών από διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, έσπευσαν να βοηθήσουν τους αμυνόμενους. Μετά από σκληρό αγώνα, βλέποντας οι Τούρκοι το ακατάβλητο των Ελλήνων και την συνεχή αύξηση των επιτιθεμένων επαναστατών αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν και μάλιστα υπό άτακτη φυγή να αναζητούν καταφύγιο πίσω από τα τείχη της Τριπολιτσάς.
Στην μάχη αυτή συμμετείχαν γνωστοί αλλά και λιγότερο αναγνωρισμένοι από την ιστορική συνείδηση οπλαρχηγοί, όπως οι Μητροπέτροβας, Ηλ. Μαυρομιχάλης, Κεφάλας, Ν. Φλέσσας, Αναγνωσταράς, Μούρτζινος, Γιατράκος, Νικηταράς, Πατσαντώνης, Κατριβάνος, Δαγρές και άλλοι.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Ενώ οι Έλληνες πολιορκούσαν την Ακροκόρινθο και την Τρίπολη, ο Χουρσίτ πασάς στέλνει ισχυρό στράτευμα με σκοπό να καταπνίξει το επαναστατικό κίνημα. Ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφά (ή Μουσταφά Μπέη) με 3.500 Αλβανούς αναλαμβάνει την Δυτική Ελλάδα και, ξεκινά για τον Μοριά για να ενισχύσει την πολιορκημένη Τρίπολη. Ξεκίνησε από τα Γιάννενα, χωρίς να βρει πουθενά ιδιαίτερη αντίσταση. Έλυσε την πολιορκία της Ακροκορίνθου και του Άργους. Ο Γέρος του Μοριά, βάσει του στρατηγικού του σχεδίου, τον αφήνει σκόπιμα να περάσει.Ο Κεχαγιάμπεης προσπαθεί να ελκύσει προδότες μέσω αμοιβών, ο μόνος που ενέδωσε όμως ήταν ο ταχυδρόμος που παρέδιδε την αλληλογραφία μεταξύ της Μπουμπουλίνας και του Κολοκοτρώνη. Μικρό όφελος είχαν τα γράμματα τους μιας και περιείχαν ανακριβή στοιχεία περί των στρατευμάτων. Σύντομα ανακαλύφθηκε ο προδότης και εκτελέστηκε.
Ο Κολοκοτρώνης στήνει στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, λόγω της στρατηγικής του θέσεως.Διατάζει να οχυρωθούν τα τέσσερα στρατηγικά σημεία του με ισχυρά ταμπούρια και να εγκατασταθεί φρουρά. Στις 24 Απριλίου ο Κεχαγιάμπεης εξαπολύει αιφνιδιαστική επίθεση με 4000 άνδρες, οι λιγοστοί Έλληνες αμύνονται ηρωϊκά ωστόσο καταφέρνει να καταλάβει, έστω και προσωρινώς, το στρατόπεδο. Στο μεταξύ καταφθάνουν ο Πλαπούτας με τον Κολοκοτρώνη και κυνηγούν τους Τούρκους μέχρι την Μάκρη Μαντινείας. Το στρατόπεδο αμέσως αναδιοργανώνεται και ενισχύεται, στήνονται μηχανισμοί ειδοποιήσεως με φωτιές και τοποθετούνται οπλαρχηγοί σε στρατηγικά σημεία. Tην εκ νέου εγκατάσταση Ελλήνων στο Βαλτέτσι, όπως αναφέρεται, συνέστησε και ο Θ. Κολοκοτρώνης με επιστολή του. Ο ίδιος κατείχε το Χρυσοβίτσι, ενώ στη θέση της Πιάνας είχε στρατοπεδεύσει ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Πλαπούτας κ.ά. Οι τρεις αυτές θέσεις μπορούσαν να αλληλοβοηθούνται εύκολα σε περίπτωση τουρκικής προσβολής, γιατί το στρατόπεδο των Βερβαίνων ήταν κάπως απομακρυσμένο. Φθάνοντας στο Βαλτέτσι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έδωσε το παράδειγμα, βάζοντας το πρώτο λιθάρι, για να χτιστεί κλειστό ταμπούρι, το οποίο θα ήταν ασφαλέστερο και ακολούθησαν όλοι με ενθουσιασμό, ώστε την ίδια ημέρα είχε τελειώσει η κατασκευή του. Σε αυτό το ταμπούρι, εικάζεται ότι πρέπει να ήταν το ανατολικό, κλείστηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 120 Μανιάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πρωτοσύγκελλος Μελέτιος Φραγκίσκος από την Αρεόπολη και η Μανιάτισσα χήρα Σταυριάνα Σάββαινα, η οποία στη διάρκεια της μάχης μετεκινείτο από ταμπούρι σε ταμπούρι και μοίραζε φυσέκια στους στρατιώτες. Αναφέρεται επίσης σε πιστοποιητικό που της χορήγησε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ότι: "...καθώς δεν έλλειψε και εις του Βαλτετσίου τον πόλεμον μαχομένη γενναιότατα δια την πατρίδα, σκοτώνοντας με το χέρι της δύο εχθρούς...". Στο επόμενο ταμπούρι οχυρώθηκαν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με τον Ηλία και το Νικήτα Φλέσσα από την Πολιανή, αδελφούς του Παπαφλέσσα, με 250 άνδρες. Σε ένα βορεινό ταμπούρι κλείστηκε ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης με τον Αναγνώστη Οικονομόπουλο από το Κουρτσαούση (Σπερχογεία), τον Παναγιώτη Κεφάλα από το Δυρράχη, τον παλαιό κλέφτη Γερο-Μήτρο Πέτροβα από τη Γαράντζα - που χαρακτηρίζεται ως το καλύτερο τουφέκι της Μεσσηνίας - το Δημήτριο Παπατσώνη από το Ναζίρι της Μεσηνίας και τον Αθανάσιο Σιώρη με τους Κατριβάνους από το Ίσαρι της Αρκαδίας με 330 άνδρες. Στην εκκλησία οχυρώθηκε ο Ιωάννης Κατσανός με Μανιάτες και οι Μπουραίοι από τους Κωνσταντίνους με 70 άνδρες. Στο πιο απομακρυσμένο ταμπούρι, πιθανώς το δυτικό, κλείστηκε ο Ηλίας Τσαλαφατίνος με Μανιάτες και 75 Λεονταρίτες, που τότε η πατρίδα τους υπαγόταν στη Μεσσηνία.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει στα Απομνημονεύματά του:

« Ό Κιαχαγιάμπεης, Κιαμίλμπεης και Δευτέρ Κιαχαγιάς έξεστράτευσαν επίτηδες διά τό Βαλτέτζι, γνωρίζοντες οί αυτόχθονες Τούρκοι ότι, άν δυνηθούν και διαλύσουν αυτό, τότε άποδειλιούν τά άλλα και ευκόλως δύνανται να προχωρήσουν συσσωματωμένοι είς άπασαν την Πελοπόννησον, να την υποτάξουν».

Στις 12 Μαίου, ο Κεχαγιάμπεης μαζί με 12000 Τουρκαλβανούς ξεκινά για να ξαναχτυπήσει το Βαλτέτσι. Αυτή είναι η δεύτερη φάση της ιστορικής μάχης. Σήμανε συναγερμός και ευθύς ο Κολοκοτρώνης με άλλους οπλαρχηγούς κατευθύνονται προς το Βαλτέτσι. Οι Τούρκοι υπό τις διαταγές του Ρουμπή ζητούν την παράδοση των Ελλήνων, αυτοί όμως αρνούνται και η μάχη αρχίζει. Ο Ρουμπής καταφέρνει να κυκλώσει τις θέσεις των Ελλήνων αποκόπτοντας τόσο την μεταξύ τους επικοινωνία όσο και την πρόσβαση τους στις πηγές νερού. Παρόλα αυτά δεν καταφέρνει να νικήσει και ζητά ενισχύσεις από τον Κεχαγιάμπεη. Την στιγμή εκείνη φθάνει ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι με 700 άνδρες και πλαγιοκοπεί με επιτυχία τους Τούρκους. Ο Ρουμπής, ενώ ήταν έτοιμος να υποχωρήσει δέχεται την ενίσχυση του Κεχαγιάμπεη, και έτσι η μάχη αποκτά δύο μέτωπα. Αλλά και από την μεριά των Ελλήνων φθάνει δεύτερο κύμα ενισχύσεων από τον Πλαπούτα και η μάχη συνεχίζεται πεισματικά και από τα δύο μέρη, χωρίς κανείς να αφήνει τις θέσεις του ούτε καν κατά την διάρκεια της νυκτός, απεναντίας συνεχίσθη και την επομένη.

Χαρακτηριστική είναι η σύσσωμη υποστήριξη του λαού καθώς περιγράφει ο Γέρος του Μοριά :

 «Οι Έλληνες μόνοι των άλεθαν, εζύμωναν, έψηναν το ψωμί και το έφερναν με τα ζώα των εις το Στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικόν εις την Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν πότε από τα 30, πότε από τα 40 και τα έδιδαν με ευχαρίστησι τους. Μπαρούτι μας έδινε η Δημητσάνα, του μπαρουτιού την υπόθεσι την είχαν πάρει επάνω τους τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι μας έστελναν και πολεμοφόδια και πετζιά για τζαρούχια».

Τα χαράματα η μάχη ξαναρχίζει. Το σφυροκόπημα κράτησε ένα εικοσιτετράωρο. Τελικά ο Ρουμπής, βλέποντας ότι κινδυνεύει να περικυκλωθεί διατάζει υποχώρηση ενώ ο Κολοκοτρώνης προτρέπει τους Έλληνες να τους καταδιώξουν. «Έλληνες, οι Τούρκοι θα φύγουν, ριχτείτε επάνω τους». Οι τουρκικές δυνάμεις πετάνε μέχρι και τα όπλα τους για να τους καθυστερήσουν. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθώντας το κυνηγητό των Τούρκων, βλέπει ότι πλησιάζουν στον κάμπο όπου κινδυνεύουν από το εχθρικό ιππικό, και φωνάζει δυνατά: "Έλληνες, γυρίστε πίσω, αφήστε Τούρκους για να 'χουμε να σκοτώσουμε κι άλλη μέρα".

Μετά από 23 ώρες μάχης η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική. Οι Τούρκοι υπέστησαν βαρύτατες απώλειες ενώ οι Έλληνες ελάχιστες.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Μανώλης Καλομοίρης

Έτος Μανώλη Καλομοίρη ανακηρύχθηκε το 2012, με σειρά εκδηλώσεων που τελούν υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού αφιερωμένων στον μεγάλο Έλληνα μουσουργό και συνθέτη, με την συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του. Και όμως, οι αναφορές στον μεγάλο συνθέτη στην ανελλήνιστη σημερινή παιδεία είναι ελάχιστες, και έτσι παραμένει άγνωστος στην πλειοψηφία των Ελλήνων.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1883 από γονείς καταγόμενους από την Σάμο. Σε νεαρή ηλικία βρέθηκε στην Αθήνα όπου μαζί με τις γυμνασιακές του σπουδές ξεκίνησε και συστηματικές σπουδές στο πιάνο. Το 1899 τον βρίσκει στην Κωνσταντινούπολη όπου τελειώνει το γυμνάσιο. Μετά από μια μικρή σύγκρουση με την οικογένειά του, καθώς η μητέρα του τον προόριζε για γιατρό, φεύγει για την Βιέννη όπου σπουδάζει πιάνο και ανώτερα θεωρητικά. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και τον γάμο του με την Χαρίκλεια Παπαμόσχου (με την οποία θα αποκτήσει τρία παιδιά) πηγαίνει στο Χάρκοβο της Ρωσίας (1906-1910) όπου διδάσκει για ένα χρονικό διάστημα μέχρι να πάρει την απόφαση να εγκατασταθεί για πάντα στην Ελλάδα το 1910. Ο κορυφαίος μουσουργός πεθαίνει στην Αθήνα, το 1962, στο Στρατιωτικό Ναυτικό Νοσοκομείο. H κηδεία γίνεται δημοσία δαπάνη, στη Μητρόπολη Αθηνών και η ταφή στο A΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η μουσική του σταδιοδρομία είναι πλούσια, καθώς και το έργο του. Η διαμονή του στο εξωτερικό θα τον φιλιώσει με τις τεχνικές συνθέσεως της Δύσης, ειδικότερα με αυτές των Γερμανών, Γάλλων, Ρώσων και Νορβηγών. Έθεσε βάσεις για συνεργασία και προώθηση της ελληνικής μουσικής σε Γαλλία, Γερμανία, Ρουμανία, Αλεξάνδρεια. Εκτός από συναυλίες παρέδιδε και διαλέξεις. Όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα διορίζεται καθηγητής πιάνου και ανώτερων θεωρητικών στο Ωδείο Αθηνών. Επιδιώκει να εγκαθιδρύσει μια εθνική μουσική, βασισμένη στην σύνθεση της αγνής μουσικής παραδόσεως με το συγκερασμένο ευρωπαϊκό σύστημα. Σκοπός του ήταν η δημιουργία μιας "εθνικής σχολής" στα πρότυπα αναλόγων κινημάτων από άλλες χώρες, η οποία θα συνδύαζε τον γερμανικό ρομαντισμό με ελληνικά μοτίβα. Παράλληλα, κατηγορούσε την Επτανησιακή Σχολή για "ιταλισμό" και για χρήση μη ελληνικών θεμάτων, δημιουργώντας ρήξη μεταξύ της Εθνικής και της Επτανησιακής Σχολής. Ακολούθησε μια πλούσια περίοδος μουσικής δημιουργίας όπου ο Καλομοίρης αντλεί τις εμπνεύσεις του από την δημοτική νεοελληνική ποίηση, κυρίως αυτή του Κωστή Παλαμά. Το 1919 ίδρυσε το Ελληνικό Ωδείο(πολλές φορές παρέχοντας ο ίδιος δίδακτρα) που διηύθυνε μέχρι το 1926, όταν ίδρυσε το Εθνικό Ωδείο όπου διετέλεσε διευθυντής μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του. Επίσης το 1919 διορίσθηκε γενικός Επιθεωρητής, Αρχιμουσικός, σε όλες τις στρατιωτικές μπάντες Αθηνών. Από τότε, όμως, παράλληλα με τη συνθετική του εργασία αναπτύσσει ένα τεράστιο παιδαγωγικό έργο σφραγίζοντας κάθε πτυχή της μουσικής ζωής του τόπου. Δέχτηκε πολλούς τίτλους και βραβεία μεταξύ των οποίων και η εκλογή του ως πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών (1919), και η εκλογή του ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Έρχεται σ’ επαφή με μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής του, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης. Ορίζονται συμφωνικές συναυλίες με τα έργα του, όπου είναι παρόντες προσωπικότητες όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ίων Δραγούμης. Το 1919 παίρνει μέρος στον Βαλκανικό Πόλεμο, όπου στο μέτωπο σχεδιάζει το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας της Λεβεντιάς , «Το κοιμητήρι στην βουνοπλαγιά». Στην πρώτη εκτέλεση της Συμφωνίας της Λεβεντιάς στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, με αφορμή τον εορτασμό για την απελευθέρωση της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό, ο βασιλιάς Αλέξανδρος συγκινημένος παρασύρει το κοινό και παρακολουθούν όλοι όρθιοι το φινάλε. Η Μικρασιατική καταστροφή, είναι γεγονός που επηρεάζει βαθύτατα τον Καλομοίρη.
Μεγάλος θαυμαστής του Βάγκνερ, επισκέφτηκε το Μπαϋρόυτ ύστερα από πρόσκληση των εγγονών του Ριχάρδου Βάγκνερ, εναποθέτοντας δάφνινο στεφάνι που πήρε μαζί του από την Αθήνα, στον τάφο του μεγάλου συνθέτη.
Ηγήθηκε στην κηδεία του Βενιζέλου (για τον οποίο έτρεφε εκτίμηση), παρά την απαγόρευση, του μουσικού αγήματος στην κηδεία και υποχρεώνεται από το Παλάτι σε παραίτηση από τη θέση του Γενικού Επιθεωρητή των Στρατιωτικών Μουσικών.
Σήμερα τον σύλλογο Καλομοίρη επιβλέπει η εγγονή του, Χαρά. Από το 1997 υλοποιείται κάθε χρόνο στη Σάμο τους μήνες Ιούλιο-Αύγουστο φεστιβάλ ελληνικής τέχνης ((μουσική, χορός, ποίηση και ζωγραφική), υπό την αιγίδα τριών υπουργείων και της τοπικής αυτοδιοίκησης της Σάμου.